Ο οδικός χάρτης για τις ρυθμίσεις κόκκινων δανείων

Πώς πρέπει να κινηθούν υπερχρεωμένα νοικοκυριά, άνεργοι αλλά και όσοι αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους για την αποπληρωμή των στεγαστικών δανείων τους

Νέα δεδομένα και πλήθος αποριών δημιουργεί σε εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες η κατάθεση του νομοσχεδίου για τους πλειστηριασμούς. Οι όροι και οι προϋποθέσεις, οι επιμέρους κατηγορίες, αλλά και το νέο τοπίο για όσους δεν καλύπτονται από τη ρύθμιση δημιουργούν έναν δυσεπίλυτο γρίφο για εκείνους που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους ή βρίσκονται στα όρια της υπερχρέωσης. Παράλληλα, τα εναλλακτικά σενάρια όπως η υπαγωγή στον Νόμο Κατσέλη για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά αλλά και η εκμετάλλευση των διατάξεων Χατζηδάκη για τους συνεπείς δανειολήπτες που όμως έχουν υποστεί μείωση εισοδήματος ή μένουν άνεργοι, περιπλέκουν ακόμη περισσότερο τα πράγματα, παρότι ταυτόχρονα δίνουν περισσότερες λύσεις. Εύλογη απορία είναι επίσης το πώς θα επηρεαστεί συνολικά η κτηματαγορά μετά το πολυετές καθολικό πάγωμα των πλειστηριασμών, αλλά και το τι θα συμβεί στα τέλη του 2014 όταν και εκπνέει η ισχύς του νομοσχεδίου. «ΤΑ ΝΕΑ» απαντούν σε δέκα καυτά ερωτήματα που αφορούν τους πλειστηριασμούς, τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά αλλά και ευρύτερα τις ρυθμίσεις των δανείων με τις τράπεζες. Δίνουν έτσι έναν «οδηγό πλεύσης» στα νέα δεδομένα, τα οποία αλλάζουν άρδην τον χάρτη των υπερχρεωμένων νοικοκυριών αλλά και ευρύτερα των στεγαστικών δανείων.

Μισθωτοί και συνταξιούχοι

Όσοι έχουν εισόδημα έως 15.000 ευρώ, σίγουρα η ελάχιστη δόση που προκύπτει από το νομοσχέδιο είναι χαμηλότερη από οποιαδήποτε τραπεζική ρύθμιση

Ελεύθεροι επαγγελματίες

Όσοι έχουν εισόδημα άνω των 15.000 ευρώ, η δόση διαμορφώνεται στο 30% της τελευταίας ενήμερης δόσης

Ποιες επιλογές έχω για να προ­στατεύσω την περιουσία μου;

Πλέον, όσοι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους έναντι των τραπεζών, έχουν τέσσερις επιλογές ; η πρώτη, για εκείνους που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές και υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν τα κριτήρια, να αξιοποιήσουν τις νέες ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στον νόμο για τους πλειστηριασμούς. Για να το πετύχουν, θα πρέπει να έχουν καθαρό οικογενειακό εισόδημα έως 35.000 ευρώ, αξία πρώτης κατοικίας μέχρι 200.000 ευρώ και σύνολο ακίνητης περιουσίας μέχρι 270.000 ευρώ. Σε αυτήν την περίπτωση, η δόση τους για το 2014 μειώνεται έως και στο 10% του ετήσιου εισοδήματος τους και εν συνεχεία, στο τέλος του έτους, μπορούν να αξιοποιήσουν τα νέα δεδομένα που θα ισχύσουν. Εντούτοις, στη ρύθμιση αυτή δεν μπορούν να μπουν όσων οι οφειλές προέκυψαν από χρέη προς το Δημό­σιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (π.χ. ΙΚΑ).

Η δεύτερη εναλλακτική αφορά δανειολήπτες που αντιμετωπίζουν μεν οικονομικά προβλήματα, έχουν καταφέρει όμως να καλύπτουν τις υποχρεώσεις τους και βρίσκονται στα όρια της υπερχρέωσης. Αν οι δανειολήπτες αυτοί έχουν υποστεί μείωση αποδοχών άνω του 20% μέ­σα στην τελευταία τριετία, αλλά συνεχίζουν να αποπληρώνουν κα­νονικά τα δάνειά τους, μπορούν να αξιοποιήσουν τη ρύθμιση του υπουργείου Ανάπτυξης (νομοσχέδιο Χατζηδάκη) που προβλέπει τετραε­τή περίοδο χάριτος και μείωση της δόσης τους στο 30% του μηνιαίου εισοδήματός τους.

Η τρίτη επιλογή είναι η προσφυγή στον νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά (Νόμος Κατσέλη). Στην περίπτωση αυτή για όσους μπορούν να αποδείξουν ότι αδυνατούν να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους, αρχικά επιχειρείται εξωδικαστικός συμβιβασμός με την τράπεζα και εν συνεχεία ο δανειολήπτης προ­σφεύγει στο Ειρηνοδικείο, το οποίο, ανάλογα με την περιουσιακή του κατάσταση, καθορίζει το ύψος της οφειλής του. Τέλος, υπάρχει και η επιλογή της απευθείας διαπραγμάτευσης με την τράπεζα, η οποία μπορεί να προτείνει αύξηση της διάρκειας του δανείου – μέχρι τα 60 χρόνια -, μείωση του επιτοκίου ή και αποπληρωμή μόνο τόκων, μειώνοντας έτσι τη δόση ακόμη και στο ένα τρίτο. Μάλιστα, το τελευ­ταίο διάστημα οι τράπεζες έχουν διαθέσει μια σειρά από προϊόντα προς αυτήν την κατεύθυνση, καθώς η ρύθμιση των οφειλών απευθείας με τους δανειολήπτες είναι προς το συμφέρον τους.

Τι πρέπει να κάνω και μέχρι πότε για να προστατευθώ με τον νέο νόμο;

Με βάση το κείμενο του νομοσχεδί­ου, ο δανειολήπτης έχει περιθώριο ενός μηνός – μέχρι δηλαδή τα τέλη Ιανουάριου – προκειμένου να κι­νήσει τη διαδικασία. Εν συνεχεία, θα πρέπει να αρχίσει τις πληρωμές προς την τράπεζα. Προκειμένου να αρχίσει η διαδικασία χρειάζονται στοιχεία που αποδεικνύουν την πε­ριουσιακή του κατάσταση, όπως για παράδειγμα αντίγραφα του Ε1 και του Ε9 και τίτλοι ιδιοκτησίας του ακινήτου, αλλά και δήλωση, στην οποία θα περιλαμβάνεται και λεπτομερής αναγραφή των κινήσε­ων τραπεζικών λογαριασμών που ξεπερνούν το ποσό των 1.000 ευρώ τους τελευταίους 24 μήνες πριν την υποβολή της. Επίσης, απαιτείται και αποδεικτικό έγγραφο για το ύψος των καταθέσεων που διατηρούσε πριν από την 20ή Νοεμβρίου 2013. Σημειώνεται ότι η προστασία καλύ­πτει και τους εγγυητές των δανείων, ενώ αν ο δανειολήπτης κάνει αίτηση για υπαγωγή στον νόμο, η τράπεζα δεν μπορεί να στραφεί εναντίον των εγγυητών. Αν ήδη έχει στραφεί, τότε και αυτοί καλύπτονται με βάση τα κριτήρια που ισχύουν για τους δανειολήπτες. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η προστασία αφορά τους συνεπείς δανειολήπτες, καθώς αν η ελάχιστη δόση που ορίζεται δεν πληρωθεί για τρεις μήνες, τότε αίρεται και το σπίτι μπορεί να βγει στον πλειστηριασμό.

Τι ισχύει αν έχω πολλά δάνεια;

Για την περίπτωση δανειοληπτών με χρέη σε περισσότερες από μία τράπεζες στο νομοσχέδιο προβλέπεται ότι αν υπάρχουν περισσότερα του ενός κόκκινα δάνεια, η ελάχιστη δόση θα κατανέμεται σύμμετρα σε όλους τους δανειστές. Δηλαδή, θα προκύπτει το ποσό που θα μπορεί να δώσει ό δανειολήπτης και στη συνέχεια αυτό θα «σπάει» στους πιστωτές, ανάλογα με το ύψος του δανείου που έχει συναφθεί με τον καθέναν από αυτούς. Άρα δεν υπάρχει ο κίνδυνος αν κάποιος έχει π.χ. τρία δάνεια να πληρώνει τριπλά και άρα να βγαίνει ουσιαστικά χαμένος από τον νέο νόμο.

Τι συμβαίνει αν έχω δάνειο σε «κακή τράπεζα»;

Στην περίπτωση δανειοληπτών που έχουν μη ενήμερα δάνεια, τα οποία έχουν πλέον περιέλθει στον εκκαθαριστή κάποιας «κακής τράπεζας», όπως για παράδειγμα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, αυτήν τη στιγμή προκύπτει «γκρίζα ζώνη», για την οποία αναμένεται διευκρίνιση από την Τράπεζα της Ελλάδος. Και αυτό γιατί, για τη συγκεκριμένη κατηγορία δανείων έχουν οριστεί εκκαθαριστές, οι οποίοι δεν μπορούν να δεχθούν μηνιαίες δόσεις. Έτσι, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί ρύθμιση, ώστε όσοι δανειολήπτες επιθυμούν να ρυθμίσουν τις οφειλές τους, να μπορούν να έρθουν σε επαφή με την αντίστοιχη «καλή» τράπεζα, για να μεταφέρουν σε αυτή τα χρέη τους, ώστε να μπορούν να τα ρυθμίσουν.

Τα δάνειά μου βρίσκονται σε καθυστέρηση για μεγάλο χρονικό διάστημα. Καλύπτομαι από τον νόμο;

Ναι. Με βάση το νομοσχέδιο, δεν υπάρχει κανένας περιορισμός για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο τα χρέη έχουν γίνει κόκκινα. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και αν κάποιος έχει ληξιπρόθεσμα χρέη έχει παγώσει για την περίπτωσή του η διαδικασία πλειστηριασμού από την πρώτη κιόλας χρονιά εφαρμογής του μέτρου – και πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις – προστατεύεται όπως ορίζει ο νέος νόμος. Εντούτοις, για να συνεχίσει να απολαμβάνει την προστασία αυτή θα πρέπει να πληρώνει σταθερά τη νέα μηνιαία δόση που προκύπτει από τα εισοδήματα και το είδος της εργασίας του (μισθωτός, συνταξιούχος, ελεύθερος επαγγελματίας). Αλλιώς, αν δεν πληρώσει για ένα τρίμηνο, κινδυνεύει όντως να χάσει το σπίτι του.

Τι θα συμβεί μετά τις 31/12/2014;

‘Η τρέχουσα ρύθμιση για τους πλειστηριασμούς έχει ισχύ μέχρι το τέλος του 2014. Στο ενδιάμεσο διάστημα, θα θεσπιστεί το θεσμι­κό πλαίσιο το οποίο θα διέπει τον εξωδικαστικό συμβιβασμό ανάμεσα στους δανειολήπτες και τις τράπε­ζες, λαμβάνοντας υπόψη μια σειρά από παραμέτρους, όπως ο συνεργάσιμος δανειολήπτης αλλά και το ελάχιστο εισόδημα διαβίωσης. Με βάση αυτά, θα προκύψουν τα νέα δεδομένα, τα οποία θα ισχύουν από το 2015.

Αν δεν με καλύπτει ο νόμος, θα χάσω άμεσα το σπίτι μου;

Όχι. Η διαδικασία του πλειστηριασμού είναι χρονοβόρα και ο δανειολήπτης έχει νομικά εργαλεία στα χέρια του προκειμένου να επιτύχει την ανακοπή της. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να περάσουν μέχρι και δυο χρόνια έως ότου το σπίτι βγει στο σφυρί. Στο ενδιάμεσο διάστημα, μπορεί να επιδιώξει ρύθμιση του χρέους του με την τράπεζα, χωρίς όμως να μπορεί να αξιοποιήσει τους ευεργετικούς όρους του νομοσχεδίου, καθώς θα έχει εκπνεύσει η σχετική προθεσμία.

Με συμφέρει η ρύθμιση ή είναι καλύτερο να διαπραγματευθώ με την τράπεζα;

 Στην περίπτωση των μισθωτών και των συνταξιούχων, αλλά και των ελεύθερων επαγγελματιών με εισό­δημα έως 15.000 ευρώ, σίγουρα η ελάχιστη δόση που προκύπτει από το νομοσχέδιο είναι χαμηλότερη από οποιαδήποτε τραπεζική ρύθ­μιση. Στον αντίποδα, για ελεύθερους επαγγελματίες με εισόδημα άνω των 15.000 ευρώ, για τους οποίους η δόση διαμορφώνεται στο 30% της τελευταίας ενήμερης δόσης, εκεί τα πράγματα είναι οριακά. Και αυτό γιατί, με αύξηση της διάρκειας, μείω­ση του επιτοκίου αλλά και πληρωμή μόνο τόκων, μπορεί το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης να είναι ακόμη και χαμηλότερο. Σε κάθε περίπτωση, η ρύθμιση αυτή αφορά μόνο το 2014. Για μακροπρόθεσμο συμβιβασμό, είτε οι δανειολήπτες θα πρέπει να περιμένουν τα νέα δεδομένα στο τέλος του έτους ή εναλλακτικά να διαπραγματευθούν με την τράπεζα, επιδιώκοντας μα βιώσιμη λύση για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Αν προσφύγω στον Νόμο Κατσέλη, κινδυνεύω με πλειστηριασμό;

Όχι. Τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά που – μέσω του νόμου Κατσέλη – θα προσπαθήσουν να κάνουν εξωδικα­στικό συμβιβασμό με την τράπεζα ή θα προσφύγουν στα Ειρηνοδικεία, καλύπτονται πλήρως έναντι πλειστηριασμών μέχρι να υπάρξει τελεσίδικη απόφαση. Με δεδομένο μάλιστα ότι πλέον – λόγω των μαζικών προσφυγών – ορίζονται δικάσιμοι ακόμα και το 2020, η προστασία αυτή μπορεί να είναι πολυετής. Εντούτοις, θα πρέπει να σημειωθεί ότι για να προσφύγει κανείς στον εν λόγω νόμο θα πρέπει να μπορεί να αποδείξει αδυναμία πληρωμής. Από την άλλη, αν δεν μπορεί καν να πληρώσει την ελάχιστη δόση που ορίζει το νέο νομοσχέδιο για τους πλειστηριασμούς, η προσφυγή στον Νόμο Κατσέλη μπορεί να είναι μονόδρομος προκειμένου να διασφαλίσει την περιουσία του.

Με την εφαρμογή του νόμου, θα καταρρεύσει η κτηματαγορά;

Όχι. Όπως αναφέρουν τραπεζικά στελέχη, αλλά και κυβερνητικές πηγές, οι όροι και οι προϋποθέσεις του νέου νόμου για τους πλειστηριασμούς είναι δομημένες κατά τέτοιον τρόπο ώστε να αποφευχθεί αυτό το φαινόμενο. Σύμφωνα μάλιστα με στοιχεία της Έρευνας Οικογενει­ακών Προϋπολογισμών του 2012 της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής καθώς και της έρευνας του Ευρωσυστήματος, Household Finance and Consumption Survey (HFCS) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπε­ζας, 9 στους 10 δανειολήπτες έχουν κύρια κατοικία αντικειμενικής αξίας μικρότερης των 200.000 ευρώ.

Ουσιαστικά, αυτό που αναμένουν να γίνει είναι οι δανειολήπτες είτε να αξιοποιήσουν τις νέες διατάξεις είτε – στην περίπτωση που δεν κα­λύπτονται  να επιδιώξουν διαπραγμάτευση και ρύθμιση απευθείας με τις τράπεζες. Εξάλλου, ούτε τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θέ­λουν να βγουν μαζικά στο σφυρί ακίνητα, γεγονός που θα προκαλούσε ντόμινο στην κτηματαγορά. Αντίθετα μάλιστα, αν τελικά γίνουν ρυθμίσεις και πολλά δάνεια κατα­στούν εκ νέου ενήμερα, υπάρχει πιθανότητα – μεσοπρόθεσμα – να πέσουν χρήματα στη στεγαστική πίστη, γεγονός που μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά, στηρίζοντας τις τιμές των κατοικιών.

Comments are closed.